ελικοειδής


ελικοειδής
[эликоидис] επ. спиральный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ελικοειδής" в других словарях:

  • ελικοειδής, -ής -ές — ελικοειδής, ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. που έχει σχήμα έλικα, που μοιάζει με έλικα: Ελικοειδής γραμμή. 2. που ελίσσεται με σπειροειδή τρόπο: Ελικοειδής δρόμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑλικοειδής — of winding masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελικοειδής — ές (AM ἑλικοειδής, Α και εἱλικοειδής) αυτός που μοιάζει στο σχήμα με έλικα …   Dictionary of Greek

  • ἑλικοειδῆ — ἑλικοειδής of winding neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑλικοειδής of winding masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδεῖ — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδεῖς — ἑλικοειδής of winding masc/fem acc pl ἑλικοειδής of winding masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδές — ἑλικοειδής of winding masc/fem voc sg ἑλικοειδής of winding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδοῦς — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδέες — ἑλικοειδής of winding masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικοειδέσι — ἑλικοειδής of winding masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)